ἑκατογκάρανος

ἑκᾰτογ-κάρᾱνος [pron. full] [κᾰ], ον, = sq., A.Pr.355.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκατογκάρανος — ἑκατογκάρανος και ἑκατογκάρηνος, ον (Α) αυτός που έχει εκατό κεφάλια …   Dictionary of Greek

  • ἑκατογκάρανον — ἑκατογκάρανος masc/fem acc sg ἑκατογκάρανος neut nom/voc/acc sg ἑκατογκάρᾱνον , ἑκατογκάρηνος masc/fem acc sg (doric) ἑκατογκάρᾱνον , ἑκατογκάρηνος neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκατό — οι, τα (AM ἑκατόν, οι, αι, τα Α και αρκαδικός τύπος ἑκατόν) 1. απόλυτο αριθμητικό που δηλώνει την ποσότητα τών δέκα δεκάδων 2. στρογγυλός αριθμός που εκφράζει αόριστο πλήθος ή μεγάλο αριθμό νεοελλ. 1. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εκατό το εκατοστό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.